Κεφάλαιο Πρώτο

Ο ΚΑΛΟΣ ΛΥΚΟΣ

Μία ποιμαντικὴ μελέτη τῆς ἐκδικητικῆς ἀλαζονείας καὶ ὑποκρισίας

 

Ὁ ΠΟΙΜΗΝ πε­ρι­έ­φρα­ξε ἕ­να πλού­σι­ο βο­σκο­τό­πι ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ μαντρί. Κι ἔ­τσι ὁ λύ­κος, αἰ­σθα­νό­με­νος ξα­φνι­κὰ ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νος ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ στὴν ἐ­κτέ­λε­ση τοῦ φυ­σι­κοῦ τα­λέ­ντου του, τα­πει­νω­μέ­νος καὶ πα­ρε­ξη­γη­μέ­νος, κά­νει μί­α ἐ­κτί­μη­ση τῶν ἀ­πω­λει­ῶν του, καί, γλεί­φο­ντας τὶς πλη­γές του, ἔρ­χε­ται στὸν ποιμένα γι­ὰ νὰ ἐν­ι­σχύ­σει τὴ θέ­ση του καὶ νὰ ἐ­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γή­σει ὑ­πὲρ τῆς ὑ­πό­θε­σής του.

 

          ΛΥΚΟΣ: Ἄ­κου­σε, θὰ εἶ­μαι εἰ­λι­κρι­νὴς μα­ζί σου· καὶ οἱ δυ­ὸ γνω­ρί­ζου­με τὶς σκλη­ρὲς πρα­γμα­τι­κό­τη­τες τῆς ζω­ῆς ποὺ μας κά­νουν νὰ εἴ­μα­στε σὲ ἐ­γρή­γορ­ση. Λί­γοι εἶ­ναι αὐ­τοὶ ποὺ ἔ­χουν αὐ­τὴ τὴ σκλη­ρὰ κερ­δι­σμέ­νη γνώ­ση. Δι­ό­τι ὅ­σο κα­λὸς καὶ ἐ­νά­ρε­τος μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι κα­νείς, ἡ ζω­ή του, πα­ρὰ ταῦ­τα, μπο­ρεῖ νὰ γί­νει μί­α ζω­ντα­νὴ κό­λα­ση· καὶ βρί­σκεις κά­τι τὸ δί­και­ο σ’ αὐ­τό; Ἂς πά­ρου­με τὸ δι­κό μας εἶ­δος γι­ὰ πα­ρά­δει­γμα. Ὑ­πάρ­χει κα­νέ­να ἄλ­λο ζῶ­ο ποὺ νὰ κα­κο­λο­γή­θη­κε καὶ νὰ πα­ρε­ξη­γή­θη­κε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τὸ εἶ­δος μας; Θὰ εἶ­μαι τε­λεί­ως εἰ­λι­κρι­νὴς μα­ζί σου. Ἐ­ντά­ξει, εἶ­μαι ἕ­νας ἅρπαγας,[1] τὸ πα­ρα­δέ­χο­μαι, δὲν τὸ ἀρ­νοῦ­μαι. Καὶ τὸ νο­μί­ζεις εὔ­κο­λο νὰ εἶ­ναι κα­νεὶς ἅρπαγας; Ξέ­ρεις ὅ­τι κι ἐ­μεῖς ἔ­χου­με ἐ­χθρούς; Ἡ κα­θη­με­ρι­νὴ ζω­ή μας εἶ­ναι ἁ­πλῶς μί­α μά­χη ἐ­πι­βί­ω­σης. Καὶ μό­νο οἱ δυ­να­τό­τε­ροι καὶ σκλη­ρό­τε­ροι ἐ­πι­βι­ώ­νουν. Λοι­πόν, συ­μπά­θα με, ἂν ἁ­πλῶς προ­σπα­θῶ νὰ ἐ­πι­βι­ώ­σω. Κι ἂν δὲν εἶ­ναι ἁ­μαρ­τί­α τὸ νὰ ἐ­πι­βι­ώ­νει κα­νείς, τό­τε ἡ σκλη­ρό­τη­τα εἶ­ναι ἀ­ρε­τή.

          Ἂν μπο­ροῦ­σες νὰ δεῖς τὸ κα­λὸ ποὺ κά­νω, θὰ συ­νερ­γα­ζό­σουν μα­ζί μου. Δι­ό­τι εἶ­ναι πα­σί­γνω­στο ὅ­τι τὰ ἁρπακτικά εἶ­ναι μί­α πο­λὺ χρή­σι­μη ρυ­θμι­στι­κὴ δύ­να­μη γι­ὰ ὅ­λα τὰ εἴ­δη. Εἶ­ναι αὐ­τὰ ποὺ ἐ­λέγ­χουν τὴν αὔ­ξη­ση τοῦ πλη­θυ­σμοῦ [ὑ­πε­ρη­φά­νει­α], ἀλ­λά, τὸ πι­ὸ ση­μα­ντι­κό, μὲ τὸ νὰ ξε­σκαρ­τά­ρουν τὴ φύ­ση καὶ νὰ ἐ­πι­τί­θε­νται στοὺς ἀ­δυ­να­τό­τε­ρους[2] – δη­λα­δὴ σ’ αὐ­τοὺς οἱ ὁ­ποῖ­οι ὄ­χι μό­νο δὲν συ­νει­σφέ­ρουν ἀλ­λὰ καὶ μει­ώ­νουν τό ἐπίπεδο τῶν ὑ­πο­λοί­πων– ἐ­πι­τρέ­πουν στὰ εἴ­δη νὰ κρα­τη­θοῦν σ’ ἕ­να ὑ­ψη­λό­τε­ρο ἐ­πί­πε­δο. Ἀλ­λά, γι­ὰ νὰ μπο­ρέ­σει κα­νεὶς νὰ τὸ κα­τα­λά­βει καὶ νὰ τὸ πι­στέ­ψει αὐ­τό, πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ὑ­πε­ρά­νω τῆς κοι­νῆς προ­κα­τά­λη­ψης καὶ νὰ κα­τα­νο­εῖ ὅ­τι εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρο νὰ θυ­σι­ά­ζο­νται οἱ πι­ὸ ἀ­δύ­να­τοι,[3] ὥ­στε οἱ ὑ­πό­λοι­ποι νὰ γί­νο­νται πι­ὸ δυ­να­τοί. Ἡ δι­κή μου ἀ­πο­στο­λὴ σὲ τε­λευ­ταί­α ἀ­νά­λυ­ση εἶ­ναι νὰ ἀ­πο­βλέ­πω στὸ ὄ­φε­λος κι ὄ­χι στὴ βλά­βη. Μό­νο ἡ ἀ­δυ­να­μί­α βλά­πτει. Ἐ­φό­σον αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ φύ­ση μου, δὲν μπο­ρῶ πα­ρὰ νὰ πε­ρι­φρο­νή­σω ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἀ­δυ­να­μί­α, εἴ­τε δι­κή μου, εἴ­τε τῶν ἄλ­λων. Τὸ λει­τούρ­γη­μά μου εἶ­ναι ἡ δι­α­τή­ρη­ση τῆς δύ­να­μης. Δύ­να­μη εἶ­ναι ἡ ἐ­πι­βί­ω­ση, ἡ ἐ­πι­βί­ω­ση εἶ­ναι μί­α ἔν­δει­ξη ἀ­νω­τέ­ρων χα­ρι­σμά­των, τὰ ἀ­νώ­τε­ρα χα­ρί­σμα­τα δί­νουν τὴ δυ­να­τό­τη­τα σὲ κά­ποι­ον νὰ ὠ­φε­λεῖ τοὺς ἄλ­λους. Ὡ­στό­σο, ἐ­νῶ ἐ­γὼ ἔ­χω αὐ­τὴ τὴν ὑ­ψη­λὴ κλή­ση καὶ τὴ γεν­ναι­ό­δω­ρη προ­θυ­μί­α νὰ δι­α­κο­νή­σω τοὺς ἄλ­λους, αὐ­τὰ τί μοῦ ἀ­ντα­πο­δί­δουν; Ἀ­φι­ε­ρώ­νω ἕ­να τό­σο με­γά­λο μέ­ρος τοῦ χρό­νου καὶ τῶν ἐ­νερ­γει­ῶν μου σὲ ἄλ­λους οἱ ὁ­ποῖ­οι μὲ κα­νέ­να τρό­πο δὲν εἶ­ναι ἄ­ξι­οι γι’ αὐ­τά, θυ­σι­ά­ζο­ντας τὴν ἡ­συ­χί­α μου καὶ με­ρι­κὲς φο­ρὲς ρι­σκά­ρο­ντας τὴ ζω­ή μου. Καὶ τί κερ­δί­ζω; κά­θε λο­γῆς βρι­σι­ά.[4] Βε­βαί­ως ὑ­πάρ­χουν με­ρι­κοὶ ἀ­πὸ μᾶς ποὺ τὸ πα­ρα­κά­νουν. Θέ­λουν ἁ­πλῶς νὰ κυ­ρι­αρ­χή­σουν ἢ νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σουν τὰ τα­λέ­ντα τους γι­ὰ δι­α­σκέ­δα­ση. Ὅ­μως, μι­ὰ κι ἐ­γὼ θε­ω­ρῶ τὴν ἀ­πο­στο­λή μου ἱ­ε­ρή,[5] δὲν θὰ μπο­ροῦ­σα πο­τὲ νὰ κα­τέ­βω σ’ αὐ­τὸ τὸ ἐ­πί­πε­δο. Πρά­γμα­τι, Θε­έ, «εὐ­χα­ρι­στῶ σοι ὅ­τι οὐκ εἰ­μὶ ὥ­σπερ οἱ λοι­ποὶ»[6] τῶν λύ­κων ἢ –καὶ μά­λι­στα– πρό­βα­το. Δὲν εἶ­μαι μό­νο δι­α­φο­ρε­τι­κός, εἶ­μαι μο­να­δι­κός.

 

Ἐ­γὼ εἶ­μαι ὁ κα­λὸς λύ­κος. Γνω­ρί­ζω τὰ πρό­βα­τα, καὶ τὰ πρό­βα­τα μὲ γνω­ρί­ζουν. Φυ­σι­κὰ ἂν ἔ­λε­γα: «καὶ τὴν ψυ­χήν μου τί­θη­μι ὑ­πὲρ τῶν προ­βά­των», θὰ ἤ­μουν ὑ­πο­κρι­τὴς – τὸ μό­νο ποὺ δὲν μπο­ρῶ νὰ γί­νω. (Καί, ἀ­λή­θει­α, ἔ­χεις ἄλ­λα πρό­βα­τα ποὺ δὲν εἶ­ναι ἀ­π’ αὐ­τὸ τὸ ποί­μνι­ο. Θὰ ἔ­πρε­πε κι αὐ­τὰ νὰ τὰ φέ­ρεις ἐ­δῶ.) Θ’ ἀ­κού­σουν τὴ φω­νή μου καὶ θὰ γί­νουν ἕ­να εὐ­πρε­πέ­στε­ρο ποί­μνι­ο, κι ἐ­σὺ ὁ ἕ­νας καὶ μο­να­δι­κός τους ποι­μέ­νας.[7] Ἐ­κτὸς αὐ­τοῦ, θέ­λω νὰ ξέ­ρεις ὅ­τι ὁ ἰ­σχυ­ρι­σμὸς ὅ­τι οἱ λύ­κοι πα­ρου­σι­ά­ζο­νται μὲ ἔν­δυ­μα προ­βά­του, στὴν οὐ­σί­α ἐ­πι­νο­ή­θη­κε γι­ὰ νὰ βλά­ψει τὰ πρό­βα­τα – ἐ­φό­σον αὐ­τὰ μᾶς ἔ­χουν ἀ­νά­γκη – κι εἶ­ναι ἕ­νας ἀ­βά­σι­μος καὶ δυ­σφη­μι­στι­κὸς[8] μύ­θος. Κι ἐ­νῶ μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πάρ­χουν κά­ποι­ες με­μο­νω­μέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις, σὲ δι­α­βε­βαι­ῶ ὅ­τι οἱ δι­κές μου προ­θέ­σεις εἶ­ναι κα­θα­ρὲς καὶ ἁ­πλές.[9] Εἶ­μαι λύ­κος κι εἶ­μαι πε­ρή­φα­νος γι’ αὐ­τό, ἄ­ρα λοι­πὸν πο­τὲ δὲν θὰ μει­ώ­σω τὸν ἑ­αυ­τό μου μὲ τὸ νὰ ντυ­θῶ μὲ ἔν­δυ­μα προ­βά­του· καὶ μό­νη της αὐ­τὴ ἡ ἰ­δέ­α μὲ ἀρ­ρω­σταί­νει. Πί­στε­ψέ με, ἐ­μεῖς οἱ δυ­ὸ δὲν θὰ ἔ­πρε­πε νὰ εἴ­χα­με κα­νέ­να πρό­βλη­μα στὸ νὰ φτά­σου­με σὲ ἀ­μοι­βαί­α κα­τα­νό­η­ση, δι­ό­τι ξέ­ρω πό­σο δύ­σκο­λο εἶ­ναι τὸ ἔρ­γο σου. Λοι­πόν, γι­α­τί εἶ­ναι τό­σο δύ­σκο­λο; Λό­γω τῆς προ­σποί­η­σης καὶ τῆς ὑ­πο­κρι­σί­ας τῶν προ­βά­των: δυ­ὸ πρά­γμα­τα στὰ ὁ­ποῖ­α κα­νεὶς πο­τὲ δὲν θὰ μπο­ρέ­σει νὰ μὲ ξε­γε­λά­σει.[10]

Ἂν τὰ πρό­βα­τα ὑ­πο­τί­θε­ται ὅ­τι εἶ­ναι πρᾶ­α, τα­πει­νὰ καὶ ὑ­πά­κου­α, γι­ὰ ποι­ὸ λό­γο κά­θε φο­ρὰ ποὺ τὰ προ­σβάλ­λω μὲ προ­σβάλ­λουν κι αὐ­τὰ μὲ τὴ σει­ρά τους; (Ἕ­να ἀ­π’ τὰ χει­ρό­τε­ρα ἀ­π’ αὐ­τά, ἀ­πὸ κα­θα­ρὴ ἀ­λα­ζο­νεί­α[11] μοῦ εἶ­πε: «μὴ ἀ­πο­ποι­οῦ μου τὸ κρί­μα· οἴ­ει δὲ μὲ ἄλ­λως σοι κε­χρη­μα­τι­κέ­ναι, ἢ ἵνα ἀ­να­φα­νῇς δί­και­ος; Ἢ βρα­χί­ων σοί ἐ­στι κα­τὰ τοῦ Κυ­ρί­ου, ἢ φω­νὴ κα­τ’ αὐ­τοῦ βρο­ντάς[12]) Δὲν ὑ­πο­τί­θε­ται ὅ­τι αὐ­τοὶ ἔ­πρε­πε νὰ «στρέ­ψουν ἐ­μοὶ καὶ» τὸ ἄλ­λο μά­γου­λο; Γι­α­τί ὅ­ταν δο­κι­μά­ζω τὴν τα­πεί­νω­σή τους θυ­μώ­νουν; Δὲν λέ­ει ἡ Γρα­φή: «Μὴ σπεύ­σῃς ἐν πνεύ­μα­τί σου τοῦ θυ­μοῦ­σθαι»[13]; Καὶ γι­α­τί ὅ­ταν ἐ­γὼ τοὺς λέ­ω νὰ κά­νουν κά­τι πα­ρα­κοῦ­νε; Γι­α­τί; Δι­ό­τι δὲν εἶ­ναι πρό­βα­τα ἀλ­λὰ ἀ­πα­τε­ῶ­νες! Δι­ό­τι ὁ κα­λύ­τε­ρος τρό­πος γι­ὰ νὰ κρύ­ψεις μί­α τά­ση, πρό­θε­ση ἢ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό σου, εἶ­ναι προ­σποι­ού­με­νός το ἢ καλ­λι­ερ­γώ­ντας τὸ ἀ­ντί­θε­το.[14] Ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς πι­ὸ δι­ά­ση­μους ἀ­να­μορ­φω­τές σας δὲν εἶ­πε: «ἀ­γα­πᾶ­τε τοὺς ἐ­χθροὺς ὑ­μῶν, εὐ­λο­γεῖ­τε τοὺς κα­τα­ρω­μέ­νους ὑ­μᾶς, κα­λῶς ποι­εῖ­τε τοὺς μι­σοῦ­ντας ὑ­μᾶς, καὶ προ­σεύ­χε­σθε ὑ­πὲρ τῶν ἐ­πη­ρε­α­ζό­ντων ὑ­μᾶς καὶ δι­ω­κό­ντων ὑ­μᾶς[15] Εἶ­ναι ἀ­νά­γκη νὰ συ­νε­χί­σω; Ἐ­γὼ φταί­ω ἂν χά­νω τὴν ὑ­πο­μο­νή μου μα­ζί τους; [16] Ἐ­ντά­ξει, μπο­ρεῖ νὰ εἶ­μαι λι­γά­κι ἀ­πό­το­μος ·[17] δὲν τὸ ἀρ­νοῦ­μαι. Ἀλ­λὰ θὰ κα­θό­μουν τώ­ρα ἐ­δῶ νὰ συ­ζη­τῶ μα­ζί σου, ἂν δὲν εἶχα κλίση γιὰ διόρθωση; Ἄλ­λω­στε, τί εἶ­ναι οἱ δι­κές μου ἀ­τέ­λει­ες μπρο­στὰ στὶς ἀ­η­δι­α­στι­κὲς κα­κί­ες τους; Κοί­τα­ξε, δὲν εἶ­μαι ἄ­δι­κος ἀλ­λὰ δί­και­ος.[18] Πό­σες φο­ρὲς ἐ­νῶ ἔ­χω πε­ρισ­σό­τε­ρη δύ­να­μη καὶ ἐ­ξυ­πνά­δα,[19] λυ­πή­θη­κα τὶς ζω­ὲς τῶν προ­βά­των, ἢ πε­ρι­ο­ρί­στη­κα μό­νο σὲ μί­α ἠ­χη­ρὴ προ­ει­δο­ποί­η­ση; Λό­γω τῆς αὐ­στη­ρῆς μου στά­σης κα­τὰ τῆς ὑ­πο­κρι­σί­ας μὲ κα­τη­γο­ροῦν ὅ­τι εἶ­μαι: ἄ­σπλα­χνος, ἄ­πο­νος, σκλη­ρός, ἢ ἀ­κό­μα σα­δι­στής·[20] ἀλλ᾿ ἡ ἀ­λή­θει­α εἶ­ναι ὅ­τι εἶ­μαι ἀρ­κε­τὰ δι­α­κρι­τι­κός, ἐ­λε­ή­μων,[21] καὶ μά­λι­στα φι­λο­πρό­βα­τος.

Ἀν­τα­πο­δί­δω κα­λὸν ἀ­ντὶ κα­κοῦ.[22] Ἔ­χω συ­χνὰ κα­τα­δε­χτεῖ νὰ τὰ συμ­βου­λέ­ψω σχε­τι­κὰ μὲ τὸν σω­στὸ καὶ ἀ­σφα­λὴ τρό­πο συ­μπε­ρι­φο­ρᾶς ἀ­πέ­να­ντί μου, ἀλ­λά, μὲ λί­γες ἐξ­αι­ρέ­σεις, αὐ­τὰ ἀ­δι­α­φο­ροῦν γι­ὰ τὴν κα­λο­σύ­νη μου αὐ­τή, πα­ρε­ξη­γοῦν τὰ κί­νη­τρά μου, κι ἐ­πί­σης προ­σπα­θοῦν νὰ βροῦν καὶ ψε­γά­δι­α σ’ ἐ­μέ­να! Ποι­ὰ –ἡ μᾶλ­λον τί– εἶ­ναι αὐ­τά, γι­ὰ νὰ κα­τη­γο­ροῦν ἐ­μέ­να;[23] Δὲν κα­τα­λα­βαί­νουν («οὐκ οἴ­δα­σι τί ποι­οῦ­σι»[24])· δι­ό­τι ἂν ἐ­γὼ δὲν μπο­ρῶ νὰ ἐ­πι­κρί­νω τὸν ἑ­αυ­τό μου, πῶς εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ μὲ ἐ­πη­ρε­ά­σει ἡ δι­κή τους ἐ­πί­κρι­ση![25] Στὴν πρα­γμα­τι­κό­τη­τα, αὐ­τὰ ἐ­ξω­τε­ρι­κεύ­ουν καὶ προ­βάλ­λουν σὲ μέ­να τὶς δι­κές τους κα­κί­ες καὶ τὰ πά­θη – ποὺ ἐ­γὼ δι­ό­λου δὲν ἔ­χω – ὡς μί­α ἄ­μυ­να γι­ὰ νὰ μὴ τὰ βλέ­πουν καὶ νὰ μὴ συ­νει­δη­το­ποι­οῦν ὅ­τι τὰ ἔ­χουν μέ­σα τους. Ἐ­πι­τί­θε­νται ἐ­να­ντί­ον μου, γι­ὰ νὰ μὴν ἐ­πι­τε­θοῦν στὸν ἑ­αυ­τό τους, καὶ τό­τε τὰ βά­ζουν μα­ζί μου. Γι­ὰ νὰ δι­και­ο­λο­γή­σουν τὴ δι­κή τους ὑ­περ­βο­λι­κὴ ἐ­πι­θε­τι­κό­τη­τα, με­γα­λο­ποι­οῦν[26] τὴ δι­κή μου. Ὁ­ρι­σμέ­να νο­μί­ζουν πὼς ἐ­γὼ ἁ­πλῶς θέ­λω νὰ τὰ ἐ­ξου­σι­ά­σω ἡ νὰ τὰ τα­πει­νώ­σω καὶ νὰ δι­α­ψεύ­σω τὶς ἀ­νά­γκες καὶ τὶς ἐλ­πί­δες τους καὶ δὲν βλέ­πουν πῶς ἐ­γὼ τὰ ἐκ­παι­δεύ­ω ἀ­κού­ρα­στα, ἐ­πί­μο­να καὶ εὐ­ερ­γε­τι­κά, ἀ­πο­σκο­πώ­ντας στὸ πρα­γμα­τι­κὸ συμ­φέ­ρον τους. Φταί­ω ἐ­γὼ ἂν αὐ­τὰ δὲν μοῦ δί­νουν ση­μα­σί­α καὶ ξε­χνοῦν ποι­ὸς εἶ­μαι; Θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ τὰ κα­τα­λά­βω καὶ νὰ τὰ συ­μπο­νέ­σω ποὺ ζη­λεύ­ουν τὸ ὅ­τι εἶ­μαι ἄ­τρω­τος καὶ ἀ­νε­πί­δε­κτος πα­ρα­βί­α­σης, δίωξης καὶ τι­μω­ρί­ας. Ἀλ­λ’ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν μοῦ δό­θη­καν χω­ρὶς κό­πο. Ἔ­χω δώ­σει ἀ­τε­λεί­ω­τες σκλη­ρὲς μά­χες γι­ὰ νὰ φθά­σω στὸ νὰ εἶ­μαι τώ­ρα ἀ­κα­τα­μά­χη­τος, [27] δι­ό­τι εἶ­μαι ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος νὰ θρι­αμ­βεύ­ω. Συμ­φέ­ρει σ’ αὐ­τὰ νὰ μὲ σε­βα­στοῦν καὶ νὰ μὲ φο­βη­θοῦν,[28] ἐ­φό­σον δὲν τὰ ἀ­δι­κῶ – κα­θα­ρὸς οὐ­ρα­νὸς ἀ­στρα­πὲς δὲν φο­βᾶ­ται– ἀλ­λὰ τὰ βο­η­θῶ νὰ ἀ­ντι­με­τω­πί­σουν τὶς σκλη­ρὲς πρα­γμα­τι­κό­τη­τες τῆς ζω­ῆς καὶ νὰ κα­τα­λά­βουν τὶς ἀ­δυ­να­μί­ες τους. Βέ­βαι­α, κι ἐ­γὼ ἔ­χω ἀ­δυ­να­μί­ες – ἀλ­λὰ του­λά­χι­στον δὲν προ­σποι­οῦ­μαι πὼς δὲν τὶς ἔ­χω. Καὶ πῶς μπο­ρεῖ νὰ πε­ρι­μέ­νει κα­νεὶς ὅ­τι ἐ­γὼ θὰ πρό­σε­χα καὶ θὰ δι­όρ­θω­να τὰ δι­κά μου ὅ­ταν αὐ­τὰ συ­νέ­χει­α μὲ προ­κα­λοῦν; Ὁ­ρι­σμέ­να ἀ­π’ αὐ­τὰ (τὰ ἀποβράσματα τοῦ ποιμνίου) φαί­νε­ται ὅ­τι ἔ­χουν ὡς μο­να­δι­κὸ σκο­πό τους νὰ μὲ ρί­ξουν κά­τω ἐκ­δι­κη­τι­κὰ μὲ ὁ­ποι­ον­δή­πο­τε τρό­πο, μό­νο καὶ μό­νο γι­ὰ νὰ μπο­ρέ­σουν νὰ ἱ­κα­νο­ποι­ή­σουν τὰ πά­θη τους ἀ­νε­μπό­δι­στα. (Θαυ­μά­ζω τὴν ἐ­πι­νο­η­τι­κό­τη­τα αὐ­τοῦ τοῦ εἴ­δους τῆς ἐκ­δι­κη­τι­κῆς[29] ὑ­πε­ρη­φά­νει­ας: χρη­σι­μο­ποι­οῦν μι­ὰ δη­μό­σι­α ἐ­ξο­μο­λο­γη­τι­κὴ ἐ­πί­δει­ξη κά­ποι­ου κοι­νοῦ ἢ φα­νε­ροῦ ἐ­λα­τώ­μα­τος ὡς τέ­χνα­σμα γι­ὰ νὰ ἀ­φο­πλί­ζουν τοὺς ἄλ­λους κι ὡς ἀ­ξί­ω­ση δι­καί­ω­σης,[30] ἀ­κρι­βῶς λί­γο πρὶν νὰ κά­νουν ἀ­τι­μώ­ρη­τα μι­ὰ κα­κό­βου­λη ἐ­πί­θε­ση: του­λά­χι­στον ἐ­γὼ δεί­χνω τα­πεί­νω­ση καὶ με­τά­νοι­α, ἀλ­λὰ ἐ­σύ…![31]) Βλέ­πεις για­τί μὲ μι­σοῦν;[32] εἶ­μαι «σκό­λοψ τῇ σαρ­κί»[33] τους. «Οὐκ ἔ­στι δί­και­ος οὐ­δὲ εἷς»;[34] Δὲν εἶ­ναι ὅ­τι κρί­νω ἐξ ἰ­δί­ων τὰ ἀλ­λό­τρι­α, ἀλ­λὰ δι­ό­τι μὲ ἐ­ξα­να­γκά­ζουν νὰ εἶ­μαι δύ­σπι­στος, κα­χύ­πο­πτος, καὶ σὲ συ­νε­χὴ ἐ­γρή­γορ­ση (σί­γου­ρα θὰ μπο­ρέ­σεις νὰ μὲ συ­μπο­νέ­σεις γι­’­ αὐ­τό; δὲν ξέ­ρω ἂν θὰ ἔ­πρε­πε νὰ τὰ εὐ­χα­ρι­στῶ ἢ νὰ τὰ κα­τα­ρι­έ­μαι· κι εἶ­μαι πε­ρί­ερ­γος νὰ μά­θω τὴ δι­κή σου ἀ­ντί­δρα­ση). Δι­ό­τι ἂν ἀ­δρα­νή­σω, θὰ μὲ πο­δο­πα­τή­σουν[35] ἐν ρι­πῇ ὀ­φθαλ­μοῦ. Γί­νε­ται ἕ­νας ἄ­γρι­ος πό­λε­μος, κι ἐ­σὺ μι­λᾶς γι­ὰ ἀ­γά­πη – πα­ρα­κα­λῶ, ἂς εἴ­μα­στε ρε­α­λι­στές! Εἶ­ναι δυ­να­τὸ ν’ ἀ­γα­πή­σει κα­νεὶς χω­ρὶς νὰ ἔ­χει ἐ­πι­θε­τι­κό­τη­τα; Ἡ ἐ­πι­θε­τι­κό­τη­τα εἶ­ναι τὸ πι­ὸ ση­μα­ντι­κὸ συ­στα­τι­κὸ τῆς ἀ­γά­πης.[36]

Δὲν μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πάρ­χει ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη χω­ρὶς ἐ­πι­θε­τι­κό­τη­τα καὶ συ­γκρού­σεις. Ἂν καὶ κοκ­κι­νί­ζω ἀ­πὸ ντρο­πὴ γι­ὰ τὶς ἧτ­τες μου,[37] πε­ρη­φα­νεύ­ο­μαι γι­ὰ τὴν ἐ­πι­θε­τι­κό­τη­τά μου δι­ό­τι ἀ­πο­δει­κνύ­ει τὴν ἀ­γά­πη μου: «ὅ­σους φι­λῶ, ἐ­λέγ­χω καὶ παι­δεύ­ω».[38] Ὅ­σο γι’ αὐ­τά, μοῦ ἐ­πι­τί­θεν­ται ἀ­πὸ συμ­φέ­ρον καὶ ἰ­δι­ο­τέ­λει­α, κά­νο­ντας ἔ­τσι ἀ­ντι­πε­ρι­σπα­σμό, γι­ὰ νὰ τρα­βή­ξουν τὴν προ­σο­χὴ μα­κρι­ὰ ἀ­πὸ τὶς πολ­λὲς δι­κές τους κα­κί­ες, νὰ τὶς δι­α­τη­ρή­σουν καὶ νὰ ἀ­πο­φύ­γουν νὰ τὶς προ­σέ­χουν. Ἐ­γώ; Ἁ­πλῶς προ­στα­τεύ­ω τὸν ἑ­αυ­τό μου. Κι ἐ­νῶ κά­νω ὅ,τι μοῦ ἐ­πι­τρέ­πε­ται γι­ὰ νὰ τὰ βο­η­θή­σω, δὲν ἐ­πι­τί­θε­μαι ποτὲ πρῶτος, καὶ μό­νο γι­ὰ αὐ­το­ά­μυ­να. Ἂν αὐ­τὰ πα­ραι­τη­θοῦν ἀ­πὸ τὴν ἄ­γρι­α καὶ ἐ­πι­θε­τι­κὴ κα­κο­βου­λί­α τους, ἡ ὁ­ποί­α ἐ­ξυ­πη­ρε­τεῖ μό­νο τὰ πά­θη καὶ τὴν ὑ­πο­κρι­σί­α τους, τό­τε μπο­ρεῖ ν᾿ ἀλ­λά­ξουν τὰ πρά­γμα­τα. Ἂν ἀ­παι­τοῦ­σα ἀ­πὸ ἐ­σέ­να, ὦ ποιμένα, ἢ ἀ­πὸ τὰ ἴ­δι­α τὰ πρό­βα­τα, ἀ­πο­ζη­μί­ω­ση γι­ὰ ὅ­λες τὶς πλη­γές, τὶς βρι­σι­ές, τὴ γε­λοι­ο­ποί­η­ση, καὶ τὸ ἄγ­χος ποὺ ἔ­χω ὑ­πο­στεῖ,[39] πολ­λοὶ δὲν θὰ εἶ­χαν «ἀ­πο­δοῦ­ναι»[40], καὶ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ πα­ραι­τη­θοῦν ἀ­πὸ τὰ προ­νό­μι­α καὶ τὰ δι­και­ώ­μα­τά τους. Καὶ τί γί­νε­ται μὲ τὰ δι­κά μου δι­και­ώ­μα­τα; Δὲν ἔ­χω δι­και­ώ­μα­τα; «Μὴ ἄ­δι­κος ὁ Θε­ὸς ὁ ἐ­πι­φέ­ρων τὴν ὀρ­γήν;» Ὄ­χι; Τό­τε « μὴ γέ­νοι­το »[41] ἐ­γὼ νὰ δι­α­πρά­ξω ἀ­δι­κί­α! Μό­νο ἕ­νας βλά­κας δὲν ἔ­χει ἀ­ξι­ο­πρέ­πει­α, καί, μὰ τὸ Θε­ό,  μοῦ χρω­στᾶ­νε![42]

Γι­α­τί ἔ­χω τό­ση αὐ­το­πε­ποί­θη­ση; Δι­ό­τι ξέ­ρω ὅ­τι ἔ­χω δί­και­ο.[43] Ἀλ­λά, ἂν ἐ­γὼ ἔ­χω δί­και­ο, εἶ­ναι μό­νο δι­ό­τι αὐ­τὰ ἔ­χουν ἄ­δι­κο. Ἂν αὐ­τὰ εἶ­χαν δί­και­ο, τό­τε δὲν θὰ εἴ­χα­με κα­μι­ὰ δι­α­φο­ρά, δι­ό­τι κι ἐ­γὼ ἔ­χω δί­και­ο. Ἀλ­λὰ ἀ­φοῦ ξέ­ρω ὅ­τι ἔ­χουν ἄ­δι­κο – πρά­γμα ποὺ ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται ἀ­πὸ τὴν ἐ­χθρι­κὴ ἀ­ντί­δρα­σή τους ἐ­να­ντί­ον μου – αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς τὸ τε­κμή­ρι­ο ἀ­πο­τε­λεῖ ἐγ­γύ­η­ση τοῦ ὅ­τι ἔ­χω δί­και­ο. Ἀ­κό­μα καὶ χω­ρὶς αὐ­τὴ τὴν ἀ­πό­δει­ξη, γι­ὰ νὰ δι­α­τη­ρή­σω τὴ μο­να­δι­κή μου θέ­ση καὶ τὸ ὑ­ψη­λὸ ἐ­πί­πε­δό μου, ἁ­πλῶς πρέ­πει νὰ ἔ­χω δί­και­ο καὶ νὰ εἶ­μαι ἀ­πρό­σβλη­τος στὶς αὐ­το­αμ­φι­σβη­τή­σεις καὶ στὶς αὐ­το­μομ­φές. Ἔ­τσι, θυ­σι­ά­ζω ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε ἐν­δε­χό­με­νο κέρ­δος ποὺ θὰ εἶ­χα ἀ­πὸ τὴν τα­πεί­νω­ση, γι­ὰ νὰ σώ­σω τοὺς ἄλ­λους. Ὅ­σο ἐ­γὼ ἀ­δυ­να­τί­ζω, τό­σο θὰ χά­νε­ται τὸ ποί­μνι­ο – καὶ ἐ­σὺ καὶ αὐ­τὰ μὲ χρει­ά­ζε­στε. Ἂν ἔ­παυ­α νὰ πι­στεύ­ω στὸν ἑ­αυ­τό μου καὶ στὴν ἀ­πο­στο­λή μου, ἀ­μέ­σως θὰ μὲ κα­τα­βρό­χθι­ζε μί­α τό­σο με­γά­λη ἐ­νο­χὴ καὶ αὐ­το­πε­ρι­φρό­νη­ση[44] γι­ὰ ὅ­λα ὅ­σα ἔ­χω κά­νει, καὶ θὰ μὲ κα­τά­πι­νε[45] μί­α τό­σο με­γά­λη λύ­πη, ὥ­στε ἢ θὰ συ­ντρι­βό­μου­να τε­λεί­ως,[46] ἢ θὰ ἔ­ψα­χνα νὰ βρῶ ἀ­να­κού­φι­ση μὲ τὴν αὐ­το­κτο­νί­α.[47] Ἄν, ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρά, ἁ­πλῶς ἐ­γὼ πέ­φτω ἔ­ξω κι ὄ­χι αὐ­τά, τό­τε ἕ­πε­ται ὅ­τι πρέ­πει νὰ ἀ­πο­δε­χθῶ τὴν ἐ­νο­χή μου καὶ ν’ ἀρ­χί­σω νὰ προ­σέ­χω τὸν ἑ­αυ­τό μου καὶ νὰ ἐρ­γά­ζο­μαι ἐ­σω­τε­ρι­κά (κά­τι τὸ ὁ­ποῖ­ο μου εἶ­ναι ἐ­ντε­λῶς ξέ­νο καὶ τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­μαι ἀ­πρό­θυ­μος νὰ κά­νω). Καί, γι­ὰ νὰ τὸ κά­νω αὐ­τό, θὰ πρέ­πει ν’ ἀ­πο­σύ­ρω τὴν προ­σο­χή μου ἀ­π’ αὐ­τά· κι ἔ­τσι, μό­λις τὸ πά­ρουν εἴ­δη­ση θὰ μοῦ ἐ­πι­τε­θοῦν μὲ μα­νί­α.[48] Τό­τε δὲν θὰ ὑ­πάρ­χει κα­νεὶς πρὸς τὸν ὁ­ποῖ­ον νὰ στρα­φῶ, δι­ό­τι, σὺν τοῖς ἄλ­λοις, εἶ­μαι κι ἕ­νας μο­να­χι­κὸς λύ­κος.[49]

 

Θέ­λω νὰ κά­νω μι­ὰ ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση: Εἶ­πα προ­η­γου­μέ­νως ὅ­τι ἡ ἐ­πι­θε­τι­κό­τη­τα εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τη· ἀλ­λὰ τὸ δυ­σά­ρε­στο ἐ­πα­κό­λου­θο καὶ συ­νέ­πει­ά της εἶ­ναι: ἡ βί­α. Εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το ν᾿ ἀ­πο­φύ­γεις τὴ βί­α.[50] Ἡ μὴ βί­α εἶ­ναι μύ­θος. Γί­νε βί­αι­ος ἢ νὰ ὑ­φί­στα­σαι τὴ βί­α. Τί εἶ­ναι βί­α; Ἡ βί­α εἶ­ναι τα­πεί­νω­ση. Ἡ τα­πεί­νω­σή μου εἶ­ναι βί­α. Ἡ τα­πεί­νω­σή μου τοὺς κά­νει βί­αι­ους καὶ ἀ­στα­θεῖς.[51] Ἡ τα­πεί­νω­ση μπο­ρεῖ νὰ σκο­τώ­σει[52] καὶ εἶ­ναι θανατηφόρα.[53] Ἔ­χω καλ­λι­ερ­γή­σει ἐ­πι­θε­τι­κὰ τὴν τα­πεί­νω­ση σ᾿ ὅ­λη τὴ ζω­ή μου. Ἡ δι­κι­ά μου μορ­φὴ τα­πει­νώ­σε­ως εἶ­ναι ἀρ­κε­τὰ φαύ­λη κι ἐ­πι­κίν­δυ­νη.[54] Εἶ­μαι τα­πει­νὸς ἀνα­γκα­στι­κὰ καὶ ἀ­δι­ά­κρι­τα. Μὲ τὴν πα­ρα­μι­κρὴ ἀ­φορ­μή, θὰ τα­πει­νώ­σω τὸν ἑ­αυ­τό μου. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς φο­βᾶ­μαι ὅ­τι δὲν θὰ μπο­ρέ­σω νὰ τὴν ἐ­λέγ­ξω καὶ ὅ­τι ἄ­θε­λά μου θὰ βλά­ψω κά­ποι­α πε­ρή­φα­να πρό­βα­τα[55]. Ψά­χνω ἀ­φορ­μὲς νὰ ὑ­πε­ρη­φα­νευ­θῶ γι­ὰ νὰ χα­λι­να­γω­γῶ τὴν τα­πεί­νω­σή μου. Προ­σπα­θῶ νὰ ἐ­λέγ­χω τὴν τα­πεί­νω­σή μου μὲ τὸ νὰ μὴν ὑ­πο­χω­ρῶ στὶς συ­ζη­τή­σεις καὶ μὲ τὸ νὰ στε­να­χω­ρῶ τὰ πρό­βα­τα,[56] δη­λα­δὴ μὲ τὸ νὰ προ­σπα­θῶ νὰ γί­νο­μαι πε­ρή­φα­νος. Ἀλ­λὰ δὲν τὸ πε­τυ­χαί­νω, δι­ό­τι ἁ­πλῶς καὶ μό­νο προ­σποι­οῦ­μαι.[57] Εἶ­μαι ἕ­νας τα­πει­νὸς ὑ­πο­κρι­τής.[58] Αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ λό­γος ποὺ μὲ πα­ρε­ξη­γοῦν. Μοῦ λέ­νε: πο­τὲ δὲν θὰ κα­τορ­θώ­σεις νὰ γί­νεις πε­ρή­φα­νος · κι ἔ­τσι, μὲ στε­νο­χω­ροῦν, καὶ κλαί­ω.[59] Φταί­ω ἐ­γὼ ποὺ εἶ­μαι τα­πει­νός; Ἐ­γὼ ζή­τη­σα τὴν τα­πεί­νω­ση; Εἶ­ναι δί­και­ο μό­νο ἐ­γὼ νὰ ὑ­πο­φέ­ρω ἀ­πὸ τα­πεί­νω­ση; Ἐ­γὼ θέ­λω ὅ­λοι νὰ ὑ­πο­φέ­ρουν ἀ­πὸ αὐ­τήν, δι­ό­τι εἶ­μαι ἀν­ι­δι­ο­τε­λής. Ἀ­λί­μο­νό μου, εἶ­ναι μι­ὰ χα­μέ­νη μά­χη, δι­ό­τι ἡ τα­πεί­νω­ση εἶ­ναι πά­θος. Δὲν εἶ­μαι κύ­ρι­ός της · αὐ­τὴ κυ­ρι­αρ­χεῖ ἐ­πά­νω μου.[60] Ἡ τα­πει­νὴ ἀ­λή­θει­α μὲ κά­νει πο­λὺ εὐ­γνώ­μο­να. Τὰ πε­ρή­φα­να ψέ­μα­τα μὲ ἀ­γα­να­κτοῦν. Ὡς ἐ­πὶ τὸ πλεῖ­στον, εἶ­μαι εὐ­τυ­χι­σμέ­νος[61], ἀλ­λὰ ἂν μπο­ροῦ­σα νὰ μοι­ρά­σω τὴν εὐ­τυ­χί­α μου μὲ τοὺς ἄλ­λους[62] θὰ ἤ­μουν εὐ­τυ­χέ­στε­ρος[63]. Δὲν εἶ­μαι πε­ρή­φα­νος γι­ὰ τὴν τα­πεί­νω­σή μου ἀλ­λὰ ντρέ­πο­μαι γι᾿ αὐ­τήν. Εἶ­μαι ἀ­νά­ξι­ος[64] νὰ εἶ­μαι τα­πει­νός, καὶ μοῦ ἀ­ξί­ζει μό­νο ἡ ὑ­πε­ρη­φά­νει­α, καὶ θὰ γι­νό­μουν πρό­θυ­μα πε­ρή­φα­νος, ἂν ἔ­τσι τὰ πρό­βα­τα γί­νο­νταν τα­πει­νά.[65] Πα­ρα­κα­λῶ τὸν Θε­ὸ νὰ μοῦ δώ­σει τὴν ὑ­πε­ρη­φά­νει­α γι­ὰ νὰ τὴν ἀ­ντι­με­τω­πί­σω πρό­σω­πο μὲ ἀ­πρό­σω­πο·[66] ἀλ­λὰ ἂν δὲν ἀ­πε­λευ­θε­ρω­θῶ ἀ­π’ τὴν τα­πεί­νω­ση ἡ ὑ­πε­ρη­φά­νει­α θὰ συ­νε­χί­ζει νὰ μὲ ἀ­πο­φεύ­γει. Γι­ὰ νὰ γί­νω πε­ρή­φα­νος, πρέ­πει ἡ τα­πεί­νω­ση νὰ μὲ ἐ­γκα­τα­λεί­ψει ἀ­πὸ μό­νη της. Μέ­χρι νὰ γί­νει αὐ­τό, ἐ­γὼ θὰ ὑ­πο­φέ­ρω ἀ­πὸ τύ­ψεις[67], κι οἱ πε­ρή­φα­νοι ἀ­πὸ φθό­νο.[68] Ἡ μη­δα­μι­νό­τη­τά μου εἶ­ναι ἕ­να χά­ρι­σμα ποὺ τὸ ζη­λεύ­ουν οἱ πε­ρή­φα­νοι δι­ό­τι αὐ­τοὶ εἶ­ναι κά­τι: μα­κά­ρι κι ἐ­μεῖς νὰ μὴν ἤ­μα­σταν τί­πο­τα! Ἡ βί­α καὶ τὸ βά­θος τῆς τα­πει­νώ­σε­ώς μου τοὺς τρε­λαί­νει. Ἂν καὶ εἶ­μαι ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νος,[69] ἡ τα­πεί­νω­ση μὲ κά­νει ν᾿ ἀ­γα­πῶ πεν­θι­κὰ καὶ νὰ ὑ­πο­φέ­ρω σι­ω­πη­λά.[70] Γι­ὰ μέ­να εἶ­ναι ὑ­πό­θε­ση ζω­ῆς καὶ θα­νά­του: ἡ τα­πεί­νω­ση εἶ­ναι ζω­ὴ κι ἡ ὑ­πε­ρη­φά­νει­α εἶ­ναι θά­να­τος. Τὸ σύν­θη­μά μου εἶ­ναι: τα­πεί­νω­ση ἢ θά­να­τος. Συγ­χώ­ρα με, σὲ πα­ρα­κα­λῶ· ἐγὼ εἶ­μαι ἡ ἁ­μαρ­τί­α.[71] (Με­ρι­κὰ ὅ­μως ἀ­π’ τὰ πρό­βα­τά σου κά­νουν τὸ ἀ­ντί­θε­το.)

         

Πα­ρό­λο ποὺ ἐ­κτε­λῶ τὸ κα­θῆ­κον μου, αὐ­τὰ εἶ­ναι τό­σο ἀ­χά­ρι­στα[72] καὶ φί­λαυ­τα, ποὺ δὲν σέ­βο­νται οὔ­τε τὴ δι­κή μου ἐ­ξου­σί­α, οὔ­τε τὴ δι­κή σου – στὸ ἴ­δι­ο κα­ζά­νι βρά­ζου­με. Ἐ­γὼ σέ­βο­μαι μό­νο τὴν ἐ­ξου­σί­α, κι ἔ­τσι ὁ σε­βα­σμός μου γι­ὰ σέ­να ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ μό­νος του κι εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νός. Κι ἐ­νῶ δὲν ἔ­χω τὴν ἐ­ξου­σί­α[73] ποὺ εἶ­χα ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ μαντρί, ἔ­χω τό­σο με­γά­λη πί­στη στὴ σο­φί­α σου, ὥ­στε πο­τὲ δὲν θὰ ἀμ­φι­σβη­τοῦ­σα τὶς ἀ­πο­φά­σεις σου· ἔ­χω ἐ­πί­σης πά­ρα πολ­λὴ ὑ­πο­μο­νή. Ἀλ­λὰ ἡ ὑ­πο­μο­νή μου ἐ­ξα­ντλεῖ­ται μὲ ὁ­ρι­σμέ­να ἀ­π’ τὰ πρό­βα­τά σου. Πρό­σφα­τα ἕ­να ἀ­π’ αὐ­τὰ εἶ­χε τὸ θρά­σος[74] νὰ μὲ ρω­τή­σει: «τίς σε κα­τέ­στη­σεν ἄρ­χο­ντα καὶ δι­κα­στὴν ἐ­φ’ ἠ­μῶν;»[75] Κι ἐ­γὼ τοῦ ἀ­πά­ντη­σα[76] μὲ ἀ­γα­νά­κτη­ση:[77] δὲν θὰ «εἶ­χα ἐ­ξου­σί­αν οὐ­δε­μί­αν κα­τά σου εἰ μὴ ἦν μοι δε­δο­μέ­νον ἄ­νω­θεν»,[78] καί: «πλα­νᾶ­σθε, μὴ εἰ­δό­τες τὰς γρα­φάς, μη­δὲ τὴν δύ­να­μιν τοῦ Θε­οῦ.»[79] Δὲν λέ­ει ἡ Γρα­φή: «πᾶ­σα ψυ­χὴ ἐ­ξου­σί­αις ὑ­πε­ρε­χού­σαις ὑ­πο­τασ­σέ­σθω, οὐ γὰρ ἐ­ξου­σί­α εἰ μὴ ἀ­πὸ Θε­οῦ· αἳ δὲ οὖ­σαι ἐ­ξου­σί­αι ὑ­πὸ τοῦ Θε­οῦ τε­τα­γμέ­ναι εἰ­σίν. Ὥ­στε ὁ ἀ­ντι­τασ­σό­με­νος τῇ ἐ­ξου­σί­ᾳ, τῇ τοῦ Θε­οῦ δι­α­τα­γῇ ἀν­θέ­στη­κεν · οἱ δὲ ἀν­θε­στη­κό­τες, ἐ­αυ­τοῖς κρῖ­μα λή­ψο­νται»;[80] Φυ­σι­κὰ ὅ­λη αὐ­τὴ ἡ δι­α­λε­κτι­κὴ δὲν εἶ­χε κα­νέ­να ἀ­πο­τέ­λε­σμα, δι­ό­τι τὸ μό­νο πρά­γμα ποὺ αὐ­τὰ κα­τα­λα­βαί­νουν εἶ­ναι ἡ κτη­νώ­δης δύ­να­μη. Πο­τὲ δὲν θὰ ἀμ­φι­σβη­τοῦ­σα τὶς με­θό­δους σου, ἀλ­λὰ καὶ πο­τὲ δὲν θὰ δί­στα­ζα νὰ κα­τα­φύ­γω σὲ ἐκ­φο­βι­σμοὺς – ἁ­πλῶς μί­α πρό­τα­ση σοῦ κά­νω.[81] Ὁ­πωσ­δή­πο­τε, ἐ­φό­σον ἔ­χεις τὴν πλή­ρη συ­νερ­γα­σί­α μου (εἶ­μαι στὸ ἔ­λε­ος σου), εἶ­μαι σί­γου­ρος ὅ­τι τε­λι­κὰ θὰ πε­τύ­χεις νὰ τὰ κά­νεις νὰ πά­ψουν νὰ μὲ ἀμ­φι­σβη­τοῦν, νὰ μὲ κρι­τι­κά­ρουν, νὰ μὲ γε­λοι­ο­ποι­οῦν[82] καὶ νὰ μὲ βρί­ζουν.[83] Ὅ­σο γι­ὰ μέ­να, μπο­ρῶ νὰ δη­λώ­σω κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κὰ ὅ­τι, ἂν συ­νερ­γα­στοῦν μα­ζί μου, μπο­ρῶ νὰ ἐγ­γυ­η­θῶ ὄ­χι μό­νο τὴ σω­τη­ρί­α τους ἀλ­λὰ καὶ με­γά­λη δό­ξα. Ἂν μοῦ δεί­ξουν οἶ­κτο κι εὐ­σπλα­χνί­α,[84] θὰ τὰ ἀ­νε­βά­σω ψη­λὰ[85] καὶ θὰ τὰ κά­νω ἄ­τρω­τα[86] σὲ κά­θε ἐ­πί­θε­ση. Σ’ αὐ­τὰ θὰ δώ­σω «τὴν ἐ­ξου­σί­αν ταύ­την ἅ­πα­σαν»,[87] μό­λις πά­ψουν νὰ ἀ­ντι­στέ­κο­νται καὶ γί­νουν συ­νερ­γά­σι­μα .

 

Ὅ­μως, ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ος ἀ­νά­με­σά σας, πού, ἐ­νῶ δὲν θὰ τὸν ἔ­κρι­να πο­τέ,[88] ἔ­χει τα­ρά­ξει ἐ­μέ­να, ἐ­σέ­να καὶ τὸ ποί­μνι­ο, χω­ρὶς στα­μα­τη­μό, καὶ δὲν δί­νει λο­γα­ρια­σμὸ σὲ κα­νέ­ναν.[89] Ἀ­τι­μά­ζει ἐ­σέ­να, τὸ ποί­μνι­ο, κι αὐ­τὰ τὰ ἴ­δι­α τὰ μάλ­λι­να ροῦ­χα ποὺ φο­ρά­ει. Εἶ­ναι ἀ­δι­όρ­θω­τος, ἄ­σω­τος,[90] ἔ­χει τοὺς δι­κούς του νό­μους, καὶ δὲν ντρέ­πε­ται νὰ μο­στρά­ρει κά­θε λο­γῆς πά­θος μπρο­στὰ στὰ μοῦ­τρα μου. Ἡ εὐ­αί­σθη­τη φύ­ση μου τα­ρά­ζε­ται καὶ στε­να­χω­ρι­έ­ται ἀ­πὸ μί­α τό­σο ὑ­περ­βο­λι­κὴ ἐ­ξα­χρεί­ω­ση. Μ’ ἔ­χει σο­κά­ρει, προ­σβά­λει ἠ­θι­κὰ καὶ σκαν­δα­λί­σει.  Δὲν ἔ­χω κα­μι­ὰ ἀ­ξί­ω­ση, δι­ό­τι δὲν μπο­ρῶ νὰ ἰ­σχυ­ρι­στῶ ὅ­τι εἶ­μαι ἅ­γι­ος. Ἁ­πλῶς κά­νω μί­α ἔκ­κλη­ση πρὸς τὴν ὀρ­θο­φρο­σύ­νη[91] καὶ στὴ δι­και­ό­τα­τη κρί­ση σου. Κι ἐ­νῶ προ­σω­πι­κὰ πι­στεύ­ω ὅ­τι κα­λύ­τε­ρα «ἔκ­κο­ψον αὐ­τὸν»[92] καὶ στεῖ­λ’ τον στὸ σφα­γεῖ­ο, εἶ­μαι πρό­θυ­μος νὰ ξε­χά­σω τὰ πα­λι­ά μου πα­ρά­πο­να,[93] καί, κά­νο­ντας μί­α προ­σπά­θει­α ν’ ἀ­πο­δεί­ξω ὅ­τι θέ­λω νὰ δι­ορ­θώ­σω τὶς δι­κές μου ἀ­τέ­λει­ες, σὲ πα­ρα­κα­λῶ νὰ μοῦ ἐ­πι­τρέ­ψεις τὴν πρό­σβα­ση στὴν πε­ρι­ο­χή του.[94] Δὲν θὰ τὸν ἀγ­γί­ξω.[95] Οἱ Γρα­φὲς δὲν λέ­νε: «καὶ συμ­βο­σκη­θή­σε­ται λύ­κος με­τὰ ἀρ­νός»;[96] Καί: «λύ­κοι καὶ ἄρ­νες βο­σκη­θή­σο­νται ἅ­μα»;[97] Λυ­πή­σου τὴν ὑ­πο­μο­νὴ[98] καὶ τὰ βά­σα­νά μου, καί, «ἴ­να πλη­ρω­θῶ­σιν αἱ γρα­φαὶ»[99] καὶ ἡ μοί­ρα, κά­νε μου αὐ­τὴ τὴ μί­α χά­ρη, κι ὁ Θε­ὸς νὰ σ’ εὐ­λο­γεῖ.

 

 

 

 

E Πίσω στην Πύλη                                                                                                      Επόμενο Κεφάλαιο   &



[1] Όσον αφορά στή σύγχρονη ελλαδική φιλολογία σχετικά μέ τόν ορισμό τού λύκου:  σίγουρα τό κακό ούτως η άλλως θά σαρκοφαγεί: «καί φάγεται τάς σάρκας υμών ως πύρ», (Ιάκ. 5, 3) · τά δαιμόνια είναι «φιλόσαρκα», (πρβλ. Νείλου τού Μοναχού, ΕΠΕ 11Δ, σελ. 8) καί οι εμπαθείς «βοσκή δαιμόνων» (Κλίμαξ, Λόγος ΚΔ, κα), «καί ζητούντες παρά τού Θεού τών παθών βρώσιν αυτοίς η δι εννοίας η διά πράξεως» (ο.π., Λόγος ΚΣΤ, Β, μΔ)· αλλά διά μέσου τού πνεύματος, καί από πνεύμα άρπαγο - «λύκοι άρπαγες» (Ματθ. 7, 15). «...αρπάζεται ο νούς αυτού εις άλλο· καί τούτό εστιν η αρπαγή», (Βαρσανουφίου καί Ιωάννου ΕΠΕ Φιλ. 10Γ, σελ. 262). Λοιπόν, έχουμε δαιμονική αρπαγή, εναντίον τής θείας χάριτος.  Γιά νά φάμε, πρέπει νά πάρουμε: «Λάβετε, φάγετε».

[2] Τήν προτίμησή μου· διότι είναι εύκολοι στόχοι. Ενώ «ψυχή οξεία καί απότομος, πλήθει σκληρών καί θυ­μο­ειδών ανδρών συμμιγνυμένη καί συνδιάγουσα», (βλ. Κλίμαξ, Λόγο Η, ιΒ) δυσκολεύεται· καί ιδιαίτερα «εν συνοδία αδελφών, καί μάλιστα σκληροτάτων», Βλ. ο.π. Λόγο Η, κη. Στό εξής οπου Λόγος ενν. Κλίμαξ.

[3] «Πολλάκις ο ασθενέστερος, καί ταπεινότερος τή καρδία ευρίσκεται», (ο.π., Εις τόν Ποιμένα, μς). Καί γι αυτό τούς μισώ.

[4] Οι άλλοι λύκοι μού λένε: «Μή θαμβού καί τούς σούς προσφιλείς εχθραίνοντάς σοι θεώμενος», βλ. Λόγο ΚΣΤ, ιζ.

[5] Πρέπει νά ξέρετε οτι «..., έστι ουν επί γής εν τή τάξει αυτού καί υπηρεσία, εν ή τέτακται εξυπηρετείσθαι τώ Θεώ καί τοίς θεράπουσιν αυτού. Έν τισι γάρ πράγμασι, μάλιστα τοίς κατά παιδείαν καί ταπείνωσιν επαγομένοις ημίν παρά Θεού, η κατά οργήν αυτού, τέτακται καί ο διάβολος εξυπηρετείσθαι τώ προστάγματι Κυρίου, σύν τοίς πονηροίς αγγέλοις αυτού, ως δηλούσιν αι θείαι Γραφαί: «Εξαπέστειλε», γάρ φησιν «εις αυτούς οργήν θυμού αυτού, θυμόν καί οργήν καί θλίψιν, αποστολήν δι αγγέλων πονηρών», Ψαλμ. 77, 49, Αναστασίου Σιναίτου, ΕΠΕ Φιλ. 13 Β σελ. 340, 342.

[6] Λουκ. 18,11.

[7] Πρβλ. Ιωαν. 10, 14-16.

[8] «Ουδείς τών ευ φρονούντων αντείπη, οίμαι, μή εκ μίσους καί μνησικακίας τήν καταλαλιάν αποτίκτεσθαι», Λόγος Ι, α.

[9] «Εί τις εαυτόν υπό οιήσεως καί οξυχολίας, πονηρίας τε καί υποκρίσεως ευχερώς ηττώμενον θεάσαιτο» Λόγος Η, κη.

[10] «αυτοίς αι πικραί αμειδείς καί σκοτειναί τών εναντίων φάλαγγες» (Νείλου τού Μοναχού, ΕΠΕ Φιλ. 11 Δ΄, σελ. 344 ), «Μεγάλα νοσήματα υπεροψίας καί τύφου καί οιήσεως καί τών τοιούτων εν τοίς κρυπτοίς έχοντες ταμιείοις, τούς πολλούς τών ανθρώπων καί ημάς αυτούς πολλάκις λανθάνομεν διά τό ανεπίσκεπτον» ο. π., σελ. 68, 70.

[11] «Η γάρ έπαρσις γεννά τήν καταφρόνησιν καί τήν παρακοήν τήν ολεθρίαν» Αββά Δωρόθεου, ΕΠΕ Φιλ. 12, σελ. 268.

[12] Ιώβ, 40, 8-9.

[13] Εκκλ. 7, 10.

[14] «τά δέ τούτων εναντία, εκ τών εναντίων τών γεννητόρων αυτών αποτίκτονται» (Λόγος ΚΣΤ, κθ, σελ. 292). «Υπόκρισις εστί, σώματος καί ψυχής εναντία κατάστασις, επινοίαις πάσαις εμπεπλεγμένη» ο. π., Λόγος ΚΔ, κϘ. Βλ. καί Λόγο ΚΕ, μ.

[15] Ματθ. 5,44.

[16] «Διά τεσσάρων πραγμάτων η οργή πληθύνεται· διά τής δοσοληψίας καί τού κρατήσαι τό θέλημά σου καί τού θέλειν διδάσκειν καί τού λογίζεσθαι εαυτόν φρόνιμον είναι» Αββά Ησαίου ΕΠΕ Φιλ. 12, σελ. 80.

[17] «Δοκός εστι» βλ. Λόγο Η κγ. «εν τώ οφθαλμώ σου δοκόν ου βλέπων» Λουκ. 6, 42.

[18] Φυσικά «αλλ ουκ εν τούτω δεδικαίωμαι» Κορ. Α 4, 4. (Βλ. καί Λόγο ΚΕ, να). Αλλά «μή μοι είη δικαίους υμάς αποφήναι έως άν αποθάνω, ου γάρ απαλλάξω μου τήν ακακίαν μου. Δικαιοσύνη δέ προσέχων ου μήν προώμαι, ου γάρ σύνοιδα εμαυτώ άτοπα πράξας» Ιώβ 27, 5.

[19] Εγώ τούς λέω : «Πάλαιε πλανάν σου τήν φρόνησιν» πρβλ. Λόγο ΚΔ, κδ.

[20] Μά δέν είπε αυτός ο Αιγύπτιος, ο δικός σας: «πρόσεχε σεαυτώ, χαίρων, δερόμενος, ελεγχόμενος, υβριζόμενος, παιδευόμενος»; Βαρσανουφίου καί Ιωάννου ΕΠΕ Φιλ. 10 Β σελ. 26.

[21] Ενώ «τά δέ σπλάγχνα τών ασεβών ανελεήμονα» (Παροιμ. 12:10)· καί «έλαιον δέ αμαρτωλού μή λιπανάτω τήν κεφαλήν μου» Ψαλ. 141,5.

[22] Ρωμ. 12, 17˚ Α Θεσσ. 5, 15˚ Α Πετ. 3, 9.

[23] «ατμίας υποδοχή ασμενεστάτη»υυυ (Λόγος ΚΕ, Η). Δέν ξέρουν οτι «ο δέ άφρων τάς μέμψεις καί τάς ελλείψεις εξερευνήσει» (βλ. Λόγο Ι, ιζ). Εγώ τούς λέω ακριβώς τό ίδιο οπως ο Αιγύπτιός σας: «Τί δυσχεραίνεις; τί φιλονεικείς; ... Απόθανε ταλαίπωρε, από παντός [λύκου]. Ειπέ τώ λογισμώ· ‘Τίς ειμι εγώ; γή, σπονδός καί κύων.’ Ειπέ, ‘καθάπαξ πράγμα ουκ έχω.’» Βαρσανουφίου καί Ιωάννου ΕΠΕ Φιλ. 10 Γ, σελ. 54.

[24] «Ελεεινόν επεσημηνάμην εν οργίλοις θέαμα, εξ οιήσεως αυτοίς λεληθότως συμβαίνον» Βλ. Λόγο Η, κζ.

[25] Μαζί μέ τόν πρώην Σαύλον θά έλεγα: «εμοί δέ εις ελάχιστόν εστιν ίνα υφ υμών ανακριθώ, η υπό ανθρωπίνης ημέρας˚ αλλ᾿ ουδέ εμαυτόν ανακρίνω» Α Κορ. 4, 3.

[26] Ώστε, «η πονηρία πάλιν, από οιήσεως καί οργής» πρβλ. Λόγο ΚΣΤ, κθ, σελ. 292.

[27] Αλλά τά πρόβατα από φθόνο μού λένε: «Έργον ημίν έστω αένναον, μηδέ ψιλή εννοία λογίζεσθαι ημάς τό οιονούν κεκτήσθαι αγαθόν· αλλά τό τούτου ακριβώς εκζητούντες ιδίωμα, σκοπήσωμεν, ει εν ημίν εστι, καί τότε πάντως ελλείποντας εαυτούς νοήσομεν» Λόγος ΚΣΤ, Β, μς.

[28] Διότι εγώ είμαι «ο επιβλέπων επί τήν γήν καί ποιών αυτήν τρέμειν» Ψαλμ. 103, 32.

[29] Μήπως δέν ξέρετε οτι «καί έστι πνεύματα, ά εις εκδίκησιν έκτισται, καί εν θυμώ αυτών εστερέωσαν μάστιγας αυτών» (Αναστασίου Σιναίτου, ΕΠΕ 13 Β, σελ. 244) «Ο διάβολος καί εχθρός εστι τού Θεού καί εκδικητής» (ο.π, σελ. 342) «Καί εκδικητής δέ, οταν, γυμνώσας τό πρός ημάς μίσος ως ήδη γενομένους αυτώ διά τήν αμαρτίαν υποχειρίους, εξαιτείται τήν καθ ημών τιμωρίαν» ο.π., σελ. 344.

[30] Καί οπως τό περιγράφει η λεγόμενη κλίμαξ: «εαυτόν ως κενόδοξον επί τινων καταμέμφεται, καί διά τού ψόγου δόξαν εαυτώ πραγματεύεται» Λόγος ΙΖ, γ, σελ. 224.

[31] «ο δίκαιος εν πρωτολογία εαυτού κατήγορος γίνεται» (Παροιμ. 18, 17) «καί δαιμόνων [δηλ. προβάτων] πανουργίαν εκπληττόμενος, τής εαυτού ζωής μικρού  δείν απεγίνωσκον» πρβλ. Λόγο Η, κζ.

[32] Είναι «δικαιοσύνης μίσος» (βλ. Λόγο Θ, β) Καί «οργή εστιν, επιμονή  κεκρυμμένου μίσους ήγουν μνήμη μνησικακίας. Οργή εστιν, επιθυμία κακώσεως τού παροξύναντος» ο.π., Λόγος Η, ε.

[33] (Β Κορ. 12,7).  Άλλοτε είμαι «ψυχής ήλος πεπηγώς» Βλ. Λόγο Θ, β.

[34] Ψαλ. 13, 1 · Ρωμ. 3, 10.

[35] Όπως λένε τά σαδιστικά πρόβατα: Τόν πεσόντα λακτίσαι. Διότι πιστεύουν οτι «...λακτιζόμενος καί πατούμενος, τόν τή εσθήτι τής ψυχής αυτού ενυπάρχοντα ρύπον αποπλύνη» Λόγος Η, κη.

[36] «Παράλληλα με την ισχυρή αγάπη υπάρχει πάντα και μια ισχυρή επιθετική τάση», Σ. Φροϋντ, ΝΣΠ 33.

[37] Καταλαβαίνω εάν «διά τήν ήτταν πάλιν ωργίζοντο», καί οτι «επί τή τούτου εργασία [τών παθών] καθ εαυτού οργίζεται» (Λόγος Η, κζ, καί ΙΖ, γ)· διότι σκέφτονται: «εγώ ελεγχομένη ου πονώ˚ εγώ ψευδευλαβεία συμπλέκομαι» ο.π., Λόγος ΙΖ, ε, σελ. 226.

[38] (Αποκ. 3,19). Αλλά τά πρόβατα «πρός απολογίαν οι τού κακού εργάται απεκρίνοντο˚ ως εξ αγάπης καί φροντίδος τού καταλαλουμένου τούτο ποιούσιν» (Λόγος Ι, γ). Ενώ οφείλουν νά ξέρουν «ου μέντοι καί τύψον» ο.π., βλ. Λόγο Η,κγ.

[39] «ίνα εκείσε εξ ύβρεων καί ατιμιών, προσέτι δέ τών δι αδελφών τρικυμιών τεινόμενος καί νοερώς τυπτόμενος η τάχα που καί αισθητώς ξεόμενος» Λόγος Η, κη.

[40] Ματθ. 18,25, Λουκ. 7,42.

[41] Ρωμ. 3, 5, 6.

[42] Αυτοί μού λένε: «Μνησικακών μνησικάκει δαίμοσι» (Λόγος Θ, η), γιά ν αποσπάσουν τήν προσοχή μου. Καί « ο γάρ δαίμοσι μνησικακών, ανθρώποις [δηλ. προβάτοις] ου μνησικακεί» Νείλου τού Μοναχού ΕΠΕ Φιλ. 11 Β σελ. 228.

[43] Αλλά «ούτως εαυτώ πιστεύει· σκόλοψ γάρ καί βάρος τώ ταπεινώ τό οικειόπιστον κτλ.» Λόγος ΚΕ, ν.

[44] «Ταπεινοφροσύνη εστίν, άβυσσος ευτελείας» Λόγος ΚΕ, κε.

[45] «καταποθή»  Β Κορ. 2, 7.

[46] «Συντριμμός εστι, πτώματος γέννημα» Λόγος ΚΕ, λζ.

[47] «καί απελθών απήγξατο» (Ματθ. 27, 5)· «τόν κύνα τής απογνώσεως» (ο.π. Λόγος ΚΕ, λζ).

[48] «Ώσπερ ο λέοντι μαχόμενος, εάν ρεμφθή τό όμμα, ευθέως απόλλυται» Λόγος ΚΣΤ, Γ, λβ.

[49] «Ει είς λύκος, ως προέφημεν, δύναται εκταράξαι ποίμνην, δαίμονα συνεργόν κεκτημένος» Λόγος Η, κε.

[50] «Πώς άν δυνηθείημεν καταπαλαίσαι τήν ... αμαρτίαν; Βίας χρεία. ... Τή δέ βία τήν βίαν λύειν, ουκ απείρηται τοίς νόμοις. ... ίνα εκβιάσηται τήν κακίαν, τήν αεί πρός τό χείρον βιαζομένην ημάς» Ιωάννου Καρπαθίου, ΕΠΕ ΦΙΛ. 9, σελ. 420, 422.

[51] «Νύν δέ ζητείτέ με αποκτείναι» Ιω. 8, 40.

[52] «Πάντων θηρίων αισθητών αναιρετική η έλαφος, νοητών δέ η ταπείνωσις» Λόγος ΚΣΤ, Γ, ε.

[53] «Ως ουκ έστι χωρίς οπλου θηρίον απολέσαι, ούτως ουδέ χωρίς ταπεινώσεως αοργησίαν κτήσασθαι»  Λόγος ΚΣΤ, Γ, κζ.

[54] «ακινδύνως φέρειν ταύτην ου δύναμαι» Λόγος ΚΕ, λθ.

[55] «καί πολλάς ψυχάς ταπεινώσας έπληξε» Λόγος Η, κα.

[56] «Ου μεριμνήσουσιν οι τοιούτοι ανθρωπίνου προσκόμματος» βλ. Λόγο ΚΕ, μ.

[57] «καί μία αύτη εστίν αρετή τοίς δαίμοσιν αμίμητος» Λόγος ΚΕ, ις.

[58] «Πού γάρ εν αυτή [δηλ. τή ταπεινοφροσύνη] υποκρίσεως ιός εμφανίζεται; » Λόγος ΚΕ, θ.

[59] «Λύπη δέ εξ ανάγκης έπεται τώ μή εις έργον δι ασθένειαν προελθόντι θυμώ»  Νείλου τού Μοναχού ΕΠΕ Φιλ. 11 Γ σελ. 106.

[60] «αι εμού αντίδικοι, υφ ών νύν περιέχομαι δέσμιος»· «εξ ακουσίου προλήψεως» βλ. Λόγο Η, λα, ιγ.

[61] «ανήδονος αίσθησις εν ηδύτητι πικρίας αγαπωμένη» βλ. Λόγο Θ, β.

[62] «Ουκ έστιν εν τή ταύτης [ταπεινοφροσύνης] συναφεία μίσους εμφάνεια» Λόγος ΚΕ, θ.

[63] Τό αντίθετο θά ήταν: Είμαι μίζερος, αλλ άν μπορούσα νά κάνω καί τούς άλλους μίζερους, θά αισθανόμουν καλύτερα, διότι έτσι θά λιγόστευε η μιζέρια η δική μου. Βλ. υποσημείωση 20.

[64] «αναξίους εαυτούς τού τοιούτου πλούτου λογιζόμενη» Λόγος ΚΕ λδ.

[65] (Ρωμ. 9, 3) «οτι λύπη μοι εστίν μεγάλη, καί αδιάλειπτος οδύνη τή καρδία μου· ηυχόμην γάρ αυτός εγώ ανάθεμα είναι από τού Χριστού υπέρ τών αδελφών μου».

[66] Εφόσον αυτοί οι άγγελοι δέν «βλέπουσιν τό πρόσωπον τού πατρός» (Ματθ. 18, 10), χάνουν τό πρόσωπό τους· οι υποστάσεις τους είναι α-πρόσωπα, διότι οι αποστάτες αποστατούν. «Φεύξονται οι μισούντες αυτόν καί ημάς, από προσώπου αυτού καί ημών» (Κλίμαξ, Λόγος ΚΣΤ, κε, πρβλ. Ψαλμ. ξζ Β. Eng. face-deface - εξαλείφω, Latin: facies.) Ώστε οι αποστάτες έχουν μιά εξαλειπτική δύναμη.

[67] «Ώστε ουν κενωθήναι τό φύσημα τής ψυχής, αναγκαίως ο δαίμων εφέστηκε πιέζων καί εξελέγχων τόν πεφυσιωμένον» Νείλου τού Μοναχού, ΕΠΕ 11Δ, σελ. 38.

[68] «ούς διά φθόνον εμίσησεν» Αναστασίου Σιναίτου, ΕΠΕ 13 Β, σελ. 412.

[69] « Η υπόκρισις, εξ αυταρεσκείας καί ιδιορρυθμίας» Λόγος ΚΣΤ, κθ, σελ. 292.

[70] «καί ο μέν δέδηκται μέν καί τετάρακται, σεσιώπηκε» βλ. Λόγο Η, κθ.

[71] «Μνησικακία εστί, ... διηνεκής αμαρτία» βλ. Λόγο Θ, β.

[72] Ακούστε τί είπε ένας δικός σας αββάς προβάτων: «Εν παντί αμαρτήματι εταπείνωσεν ημάς ο διάβολος καί οφείλομεν ευγνώμονες γενέσθαι τής ταπεινώσεως ημών· οι γάρ ευγνώμονες γενόμενοι τής ταπεινώσεως αυτών συντρίβουσι τόν διάβολον» Αββά Ζωσιμά ΕΠΕ Φιλ. 12, σελ. 142.

[73] «Αρχή, ...τινί γέγονεν υψηλοφροσύνης υπόθεσις» Λόγος ΚΕ, νε.

[74] «Συμπλέκεται τή ανδρεία ο τύφος, ώσπερ ο λεγόμενος σμίλαξ τή κυπαρίσσω» Λόγος ΚΣΤ, Β, μς.

[75] Εξόδ. 2, 14.

[76] «κάν άλογοι οι ερωτηθέντες τυγχάνωσιν, αλλ ο λαλών, άϋλος καί αόρατος» λύκος · Λόγος ΚΣΤ, Β, Β.

[77] «Ο υψηλόφρων μοναχός αντιλέγει μέ σφοδρότητα, ενώ ο ταπεινόφρων δέν γνωρίζει ούτε νά βλέπη τόν άλλον αντιπρόσωπα» Λόγος ΚΒ, ζ.

[78] Ιω. 19, 11.

[79] Ματθ. 22, 29.

[80] Ρωμ. 13, 1-2.

[81] Από «τόν υποβάλλοντα δαίμονα» πρβλ. Λόγο Ι, ε.

[82] «δίκαιος ανήρ καί άμεμπτος εγενήθη εις χλευασμόν» Ιώβ, 12, 4. βλ. καί ΕΠΕ Φιλ. 13Β, σελ. 454.

[83] Αυτά τά μισόλυκα πρόβατα μού λένε κοροϊδευτικά: «πίστευε οτι φάρμακά εστιν ιατρικά τής υπερηφανείας τής ψυχής σου αι ατιμίαι καί αι ύβρεις, καί υπερεύχου τών λοιδορούντων σε ως ιατρών αληθινών, πεπεισμένος ως ο μισών ατιμίαν μισεί ταπείνωσιν καί ο φεύγων ερεθίζοντας φεύγει πραότητα» Αββά Δωρόθεου ΕΠΕ Φιλ. 12, σελ. 618.

[84] Διότι «εν γάρ τή μακροθυμία ο Κύριος κατοικεί, εν δέ τή οξυχολία ο διάβολος» ( Ερμά, ΕΠΕ Απ. Πατ. 4, σελ. 438) «Όταν οξυχολία σοί τις προσπέση η πικρία, γίνωσκε οτι αυτός εστιν εν σοί », ο.π. σελ. 444.

[85] « Ώσπερ οι κλίμακα αναβαίνοντες σαθράν κινδυνεύουσιν, ούτω πάσα τιμή καί δόξα καί δυναστεία, τή ταπεινοφροσύνη αντικείμεναι, τόν έχοντα καταβάλλουσιν». (Λόγος ΚΣΤ, Γ, λγ).  «Η μέν μετάνοια ανιστά» Λόγος ΚΕ, ιδ.

[86] «αγάπη καί ταπείνωσις˚ η μέν γάρ υψοί, η δέ τούς υψωθέντας διακρατούσα ουδέποτε πίπτειν εά» Λόγος ΚΕ, λς.

[87] Λουκ. 4,6.

[88] «ή, μή αμαρτήσαντας, τούς αμαρτάνοντας κρίνειν˚ ίνα διά τού δευτέρου τό πρώτον οι φόνιοι μολύνωσι» Λόγος Ι, ιγ.

[89] «οι κακοί τών αλλοτρίων λογοθέται» βλ. Λόγο Ι, ι.

[90] «καί όν κατέκρινα ως πόρνον» βλ. Λόγο Ι, ς.

[91] «αφορμής δήθεν ευλόγου» βλ. Λόγο Η, ιη.

[92] Λουκ. 13, 7.

[93] «τήν πρός αυτόν υπόκρισιν επί πολύ» πρβλ. Λόγο Θ, ι.

[94] « Έκρυψαν υπερήφανοι παγίδα μοι» (Ψαλ. 139, 5). «Σκοπός γάρ τώ δαίμονι τάς αυξητικάς τού πάθους ύλας προφάσει δήθεν...» «άλλα μέν τώ δοκείν υποτιθέμεναι, άλλα δέ αποβλέπουσαι» Λόγος Η, κδ, ι, β.

[95] Ιώβ, 1, 12  «αλλά αυτού μή άψη».

[96] Ησαίας 11, 6.

[97] Ησαίας 65, 25.

[98] «καί τυπτόμενος υπό μακροθυμίας» βλ. Λόγο Η, λα.

[99] «Γραφικός υφηγητής μνησικακία, πρός τήν ιδίαν διάθεσιν τά τού Πνεύματος αλληγορών λόγια» Λόγος Θ, θ.